Η γέννηση της ραδιοφωνίας


Lee de Forest

Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα η κοινωνική ζωή των ανθρώπων ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Δεν υπήρχαν ραδιόφωνο, τηλεόραση και διαδίκτυο, ενώ ο κινηματογράφος ήταν ακόμη στα σπάργανα. Όταν ήθελε να δει κανείς κάποια παράσταση, είτε πρόζα είτε μουσική, έπρεπε να πάει στο θέατρο.

Σε αυτές τις συνθήκες ο Αμερικανός Lee de Forest, που είχε εφεύρει την ηλεκτρονική τρίοδο λυχνία, αποφάσισε να δοκιμάσει εμπορικά την ασύρματη μετάδοση μουσικών προγραμμάτων.

Για το σκοπό αυτό κατασκεύασε έναν ραδιοπομπό ηλεκτρικού τόξου, τεχνολογία που σήμερα δεν υπάρχει, και μερικούς ραδιοφωνικούς δέκτες βασισμένους στην εφεύρεσή του, τους οποίους εφοδίασε με ακουστικά και τοποθέτησε σε κεντρικά κτίρια της Νέας Υόρκης.

 

Η τρίοδος λυχνία Audion

Ο πομπός τοποθετήθηκε στην κορυφή του κτιρίου της Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης και η κεραία του αποτελούνταν από δύο μεγάλα καλάμια ψαρέματος, τοποθετημένα στον ιστό της σημαίας. Έτσι στις 13 Ιανουαρίου 1910, πριν από 119 χρόνια, πραγματοποιήθηκε έπειτα από μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία η πρώτη εμπορική ραδιοφωνική εκπομπή, που ήταν η αναμετάδοση της παράστασης εκείνης της βραδιάς. Το πρόγραμμα περιλάμβανε τις μονόπρακτες όπερες «Παλιάτσοι» («Pagliacci») και «Αγροτική Ιπποσύνη» («Cavaleria Rusticana»). Η μετάδοση ακούστηκε σε απόσταση 20 χιλιομέτρων και, επομένως, τεχνικά ήταν μια επιτυχία.

Όμως την επόμενη μέρα οι εφημερίδες έγραφαν ότι το όλο εγχείρημα ήταν μια αποτυχία, αφού τα πρωτόγονα μικρόφωνα της εποχής δεν μπορούσαν να συλλάβουν υποφερτά τους ήχους της ορχήστρας και των τραγουδιστών, ενώ από τα ακουστικά μπορούσε να ακούσει κανείς περισσότερα παράσιτα παρά μουσική. Έναν μήνα αργότερα, ο Lee de Forest επανέλαβε το εγχείρημα, πάλι έπειτα από σχετική διαφήμιση, με την αναμετάδοση μιας άριας από την όπερα «Carmen». Αυτήν τη φορά ο ήχος ήταν καλύτερος, αλλά τα «παιδικά» προβλήματα της μεθόδου, κυρίως η χρήση του ηλεκτρικού τόξου στον πομπό, αποθάρρυναν για δέκα χρόνια κάθε περαιτέρω προσπάθεια.

Ο πρώτος επίσημος ραδιοφωνικός σταθμός των ΗΠΑ πήρε άδεια εκπομπής το 1920. Για 30 χρόνια η ραδιοφωνία ήταν ο βασικός τρόπος ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, έως ότου εμφανίστηκε η τηλεόραση. Σήμερα οι περισσότεροι ακούμε ραδιόφωνο μόνο όταν οδηγούμε το αυτοκίνητό μας.

Η συχνότητα εκπομπής των πρώτων ραδιοφωνικών σταθμών ήταν της τάξης των 50.000 hertz και το «φόρτωμα» του ήχου στο ραδιοκύμα γινόταν με την αυξομείωση του πλάτους του τελευταίου.

Αυτή η τεχνολογία ονομάζεται «διαμόρφωση πλάτους» και συμβολίζεται ως AM. Επειδή υπάρχουν τέτοιου είδους σήματα από φυσικές πηγές, οι σταθμοί AM είχαν πολλά παράσιτα. Όταν όμως η τεχνολογία βελτιώθηκε και η συχνότητα μεγάλωσε κατά χίλιες φορές περίπου, το «φόρτωμα» του ήχου άρχισε να γίνεται με την αυξομείωση της συχνότητας. Αυτή η τεχνολογία ονομάζεται διαμόρφωση συχνότητας και συμβολίζεται ως FM. Επειδή δεν υπάρχουν φυσικές πηγές εκπομπής FM, το σήμα αυτό δεν έχει παράσιτα. Στη σημερινή ψηφιακή εποχή η μετάδοση του ήχου μέσω του διαδικτύου γίνεται με την κωδικοποίησή του σε μια σειρά αριθμών, η οποία δίνει την ένταση του ήχου σε κάθε χρονική στιγμή. Σε λίγα χρόνια η μέθοδος αυτή θα αντικαταστήσει ολοκληρωτικά και την εκπομπή FM των ραδιοφώνων.

 

Άρθρο του Χάρη Βάρβογλη δημοσιευμένο στο physicsgg.me