Η Φαινολοφθαλεΐνη ξαφνιάζει (δείκτης και βάση)


Φαινολοφθαλεΐνη είναι η εμπειρική ονομασία της οργανικής χημικής ένωσης που, σύμφωνα με την κατά IUPAC ονοματολογία, ονομάζεται 3,3-δι(4-υδροξυφαινυλο)-2-βενζοφουραν-1(3Η)-όνη. Η ένωση έχει αρκετές ακόμα ονομασίες, ενώ διαθέτει και πολλές εμπορικές επωνυμίες όπως Agoral, Alophen, Correctol, Doxidan, Euchessina, Phenolax, Purgophen, Evac-U-Lax, Modane, Prifinol, Fructosan κ.ά. επειδή μέχρι πρόσφατα είχε χρησιμοποιηθεί και ως φάρμακο.
Έχει μοριακό τύπο C20H14O4 και περιεκτικότητα % w/w 75,5 % C, 4,43 % H και 20,1 % Ο. Αποδίδεται συντομογραφικά ως phph. Η φαινολοφθαλεΐνη ανακαλύφθηκε το 1871 από τον Γερμανό χημικό Άντολφ φον Μπέγιερ (Adolf von Baeyer) και δεν υπάρχει ως φυσικό προϊόν.
Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως συνθετικός δείκτης αλλαγής χρώματος από το Luck το 1877 και από τότε χρησιμοποιείται ευρέως ως δείκτης για τον προσδιορισμό του pH του τελικού σημείου της ογκομέτρησης διαλυμάτων οξέων, κυρίως ασθενών, από ισχυρές βάσεις, ενώ παλαιότερα είχε χρησιμοποιηθεί και ως καθαρτικό.


Χρήσεις

Η βασική χρήση της φαινολοφθαλεΐνης είναι ως δείκτη ενεργής οξύτητας (pH) διαλυμάτων και ιδιαιτέρως στις ογκομετρήσεις των ασθενών οξέων. Η μεταβολή του χρώματός της είναι σαφής και η επίδραση της θερμοκρασίας όχι ουσιώδης. Μία άλλη χρήση της φαινολοφθαλεΐνης ως δείκτη είναι να καθορίζει το βάθος ενανθράκωσης του σκυροδέματος, το οποίο είναι ένας δείκτης έναρξης της διάβρωσης.
Χρησιμοποιείται επίσης στην Ιατροδικαστική για τη δοκιμασία Kastle-Meyer (Kastle-Meyer test) για την ανίχνευση αιμοσφαιρίνης: Προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια κηλίδα προέρχεται από αίμα, λαμβάνεται ξηρό δείγμα της σε διηθητικό χαρτί, στο οποίο προστίθενται μερικές σταγόνες καθαρού οινοπνεύματος, μερικές σταγόνες διαλύματος φαινολοφθαλεΐνης και, τέλος, λίγες σταγόνες διαλύματος υπεροξειδίου του υδρογόνου (οξυζενέ): Αν το δείγμα λάβει ρόδινη χροιά, πρόκειται περί αίματος. Η δοκιμασία αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι δεν καταστρέφει το αρχικό δείγμα.

Η φαινολοφθαλεΐνη χρησιμοποιείται ακόμα σε μερικά παιχνίδια ως συστατικό “μελάνης” που εξαφανίζεται. Κατά τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιήθηκε στην αλλαγή χρώματος των μαλλιών της γνωστής κούκλας “Μπάρμπι” (Barbie): Η χρωστική (φαινολοφθαλεΐνη) των μαλλιών αναμιγνύεται με υδροξείδιο του νατρίου και το pH της ανέρχεται σε τιμές άνω του 8,2, οπότε τα μαλλιά της κούκλας είχαν κοκκινωπό χρώμα. Όταν το μίγμα αυτό έρθει σε επαφή με τον αέρα, το υδροξείδιο του νατρίου αντιδρά με το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) της ατμόσφαιρας:

2NaOH + CO2 → Na2CO3 + H2O

και απομακρύνεται από τα μαλλιά με αποτέλεσμα η χρωστική να μετατρέπεται από ρόδινη σε άχρωμη. Όταν τα μαλλιά ψεκαστούν εκ νέου με αλκαλικό διάλυμα, το ρόδινο χρώμα επανέρχεται. Με ανάλογο τρόπο χρησιμοποιείται και η χρωστική θυμολοφθαλεΐνη, η οποία δίνει μπλε χρώμα στα μαλλιά.

Η φαινολοφθαλεΐνη χρησιμοποιήθηκε μέχρι πρόσφατα ως καθαρτικό. Η καθαρτική δράση της ανακαλύφθηκε το 1902 και από τότε και για περίπου έναν αιώνα έγινε χρήση χωρίς ιατρική συνταγή. Επίσης χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία της δυσκοιλιότητας και για την εκκένωση του εντέρου πριν από χειρουργικές επεμβάσεις. Η ουσία αποσύρθηκε από την αγορά τη δεκαετία του 1990 λόγω τοξικολογικών μελετών και του γεγονότος ότι είναι πιθανώς καρκινογόνος για τον άνθρωπο.

Στη συνέχεια δείτε το video από την επίδειξη που έγινε στη Διαδραστική Έκθεση Επιστήμης και Τεχνολογίας, του Ιδρύματος Ευγενίδου.