Αφιέρωμα στο Κάρολο Κουν από τη Google

Αφιερωμένο στον κορυφαίο Έλληνα θεατρικό σκηνοθέτη, Κάρολο Κουν, που γεννήθηκε σαν σήμερα, πριν από 105 χρόνια (13 Σεπτεμβρίου του 1908), στην Προύσα, είναι το σημερινό «Google Doodle» στην πρώτη σελίδα της δημοφιλούς μηχανής αναζήτησης.

Yπήρξε κοσμοπολίτης. Είχε γερμανοπωλονοεβραϊκές ρίζες. Μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη σε αστικό περιβάλλον και έμαθε τα πρώτα του γράμματα από κατ΄οίκον διδασκάλους. Το 1928 παρακολούθησε μαθήματα αισθητικής στη Σορβόννη και έναν χρόνο μετά, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Καθηγητής αγγλικών στο Κολλέγιο Αθηνών, δραστηριοποιήθηκε στο ερασιτεχνικό θέατρο των καθηγητών της αγγλοαμερικανικής παροικίας και το 1930 υπέγραψε την πρώτη του σκηνοθεσία. Μετά τη συνάντησή του με τον Φώτη Κόντογλου, ο Κάρολος Κουν μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Διονύσιο Δεβάρη ίδρυσαν τη Λαϊκή Σκηνή (1934-1936) με ηθοποιούς παιδιά του λαού που «βιοπαλαίουν», ένα πρωτοποριακό σχήμα που επιχειρούσε να εκφράσει το μοντέρνο μέσα από την ελληνική ταυτότητα.

Ύστερα από σύντομη θητεία, ως σκηνοθέτης στους θιάσους της Κατερίνας Ανδρεάδη και της Μαρίκας Κοτοπούλη, το 1942 ίδρυσε το Θέατρο Τέχνης.

Ο Κάρολος Κουν ήταν ο γιος του πάμπλουτου εμπόρου και κοσμοπολίτη, Ερρίκου Κοέν, και της Μελπομένης Παπαδοπούλου. Οι γονείς του χώρισαν και αργότερα η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε έναν μακρινό συγγενή της. Όταν ήταν 6 μηνών, η οικογένεια μετακόμισε στην Πόλη, όπου ο Κάρολος παρέμεινε ως τα 20 του χρόνια.

«Αν και γεννήθηκα στην Προύσα, την Προύσα δεν τη γνώρισα. Από μικρός βρέθηκα στην Πόλη και εκεί μεγάλωσα. Από εκεί αρχίζουν οι αναμνήσεις, εκεί δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ερεθισμοί, τα πρώτα συναισθήματα, η πρώτη επαφή με την έξω από μένα πραγματικότητα. Μεγάλωσα σα Ρωμιός, μέσα σε ένα ρωμέικο αστικό σπίτι» είχε πει κάποτε ο Κουν.

Ουδείς εκ των προγόνων του είχε σχέση με την τέχνη. Οι περισσότεροι είχαν ασχοληθεί με το εμπόριο και τις επιχειρήσεις. Το 1920 ο Κάρολος ξεκίνησε σπουδές στη Ροβέρτειο Σχολή. «Εσωτερικός στη Ροβέρτειο, ένα αμερικάνικο κολλέγιο που ιδρύθηκε από ιεραποστόλους, με αμερικανικά τραγούδια και ψαλμούς, με γήπεδα μπάσκετ και αθλητικά αγωνίσματα. Όταν αποφοίτησα το 1928, μακριά από τους συμμαθητές μου και τους συγγενείς που σχεδόν όλοι είχαν έρθει στην Ελλάδα, τίποτα δεν με συνέδεε πια με την Πόλη. Έφυγα τον ίδιο χρόνο με στόχο σπουδές στο Παρίσι».

Τα έργα που ανέβηκαν από τη Λαϊκή Σκηνή, σε διάφορες σκηνές, ήταν: «Ερωφίλη», «Άλκηστις», «Κατά φαντασίαν ασθενής», «Πλούτος», «Παντρολογήματα». Η «Λαϊκή Σκηνή» λειτούργησε ως τα μέσα του 1936, οπότε διαλύθηκε για οικονομικούς λόγους. Μετά τη διάλυση της «Λαϊκής Σκηνής» και την αποχώρηση από το Κολλέγιο Αθηνών, ο Κάρολος Κουν συνεργάστηκε πρώτα με τον θίασο Κατερίνας (1939) σκηνοθετώντας την «Έντα Γκάμπλερ», με τον θίασο Κοτοπούλη (1939-1941) με τον οποίο ανέβασε 20 έργα, από τα οποία η Κοτοπούλη έπαιξε σε επτά, στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, στο «Μια γυναίκα χωρίς σημασία» του Όσκαρ Ουάιλντ κ.α. Έπειτα, στην περίοδο 1941-1942, ξαναγύρισε στον θίασο Κατερίνας και σκηνοθέτησε άλλα επτά έργα, με τελευταίο τη «Νόρα» του Ίψεν.

Το 1942, μέσα στην καρδιά της γερμανικής κατοχής, ο Κάρολος Κουν ίδρυσε το Θέατρο Τέχνης. Η πρώτη παράσταση δόθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1942 στο «Θέατρο Αλίκης», με την «Αγριόπαπια» του Ίψεν. «Το «Θέατρο Τέχνης» ιδρύθηκε στην αρχή της γερμανικής κατοχής. Η ανάγκη για ένα τέτοιο νέο θέατρο, ένα θέατρο συνόλου, είχε ωριμάσει μέσα μου πολύ πριν, τον καιρό που ιδρύθηκε η ημι-επαγγελματική «Λαϊκή Σκηνή». Η εποχή της κατοχής ήταν μια, συναισθηματικά, πλούσια εποχή. Έπαιρνες και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία. Γι αυτό, σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης και θυσίας» θα πει ο ίδιος αργότερα.

Η μαθήτρια του Κουν, Νόνικα Γαληνέα, είπε κάποτε για τον δάσκαλό της:

Ο Κάρολος Κουν ήταν το γοητευτικότερο άτομο που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Η γοητευτικότερη γυναίκα –αλλά τη γνώρισα πολύ αργότερα– ήταν η Έλλη Λαμπέτη. Αυτοί οι άνθρωποι, κατά τη γνώμη μου, ήταν πέρα από το φύλο τους. Κάτι ανάλογο ήταν το αγόρι στο «Θάνατος στη Βενετία» του Τόμας Μαν, τουλάχιστον έτσι όπως μας το έδειξε ο Βισκόντι. Απλώς τους ερωτεύεσαι, γιατί έχουν έρθει σ’ αυτή τη ζωή με συγκεκριμένο προορισμό: να σημαδέψουν τη δική σου ζωή. Ο Κουν ήταν, λοιπόν, αυτό. Μάγευε. Ήταν γλυκός, διακριτικός, διεισδυτικός, τα μάτια του σε τρύπαγαν. Δεν έλεγε πολλά. Ήταν όμως τόσο ουσιαστικά αυτά που έλεγε. Μάλιστα, αισθανόσουν πως επικοινωνούσε με κώδικες μόνο με τους δικούς του ανθρώπους. Είχε επιλέξει τον κόσμο του και ήταν αφοσιωμένος απόλυτα στη δουλειά του. «Πάντρευε» την αλήθεια με τη μαγεία, αλλά πάντοτε με πόνο, πάντοτε με χιούμορ, πάντοτε με ποίηση.

Πηγή: AMΠE